4557/2014 ΠΠΡ ΑΘ - Αντισυνταγματικότητα δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές.

4557/2014 ΠΠΡ ΑΘ 
 
 
Αντισυνταγματικότητα δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές. 
 
 
 
  
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 
 
ΤΜΗΜΑ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ 
 
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
 
Αριθμός Απόφασης 4557/2014
 
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
 
Αποτελούμενο από τους Δικαστές: Χριστίνα Ρωμέση, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Βασιλική Γεωργούση, Πρωτόδικη, Ανδρέα Μπότσαρη, Πρωτόδικη - Εισηγητή και από τη Γραμματέα, Αικατερίνη Γυφτογιαννοπούλου.
 
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2013, για να δικάσει την αγωγή μεταξύ:
 
Της ενάγουσας: ..... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Γεώργιου Κατσαβριά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις
 
Των εναγομένων: ... οι οποίοι παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, Αθανασίου Βαρλάμη και Ιωάννη Κατσουρίνη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
 
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 30-07-2012 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 02-08-2012, με γενικό αριθμό κατάθεσης 137563/2012 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4491/2012, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 23-04-2013, οπότε η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο, οπότε και εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο.
 
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.
 
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 
Κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ «δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη» κατά δε τη διάταξη του άρθρου 139 του αυτού Κώδικα «η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα για τη σύμβαση πωλήσεως, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με αυτής του άρθρου 513 ΑΚ, με σαφήνεια προκύπτει ότι για την αναγνώριση αυτής ως άκυρης λόγω εικονικότητας, αρκεί η διαπίστωση της έλλειψης σοβαρής συναλλακτικής πρόθεσης των μερών προς μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος. Τέτοια εικονικότητα υπάρχει, όταν και οι δύο συμβαλλόμενοι γνωρίζουν ότι η σύμβαση της πώλησης δεν συνάπτεται πραγματικά, για να μεταβιβαστεί η κυριότητα του ακινήτου στον αγοραστή, αλλά φαινομενικά (ΑΠ 387/1993 ΕλλΔικ 35, 1300).
 
Τέλος, όταν η εικονικότητα στη σύμβαση αναφέρεται στο πρόσωπο του αγοραστή, η σύμβαση είναι άκυρη και γι' αυτό θεωρείται σαν να μην έγινε ως προς τον φαινομενικό αγοραστή, ισχύοντας αντίστοιχα για τον πραγματικό αγοραστή, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 1517/2009 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 483/2005 ΕλλΔνη 20005.14531, ΑΠ 1162/2000 ΕλλΔνη 2001.1296, ΕφΑΘ 2439/2008 ΕλλΔνη 2009.214). Συνακόλουθα, για να είναι ορισμένος και άρα να προτείνεται παραδεκτά ο ισχυρισμός περί εικονικότητας μιας συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως πράγματος ή άλλου αγαθού, ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, πρέπει να μνημονεύεται σε αυτήν, εκτός άλλων, ότι υπήρξε σχετική συμφωνία μεταξύ του πωλητή, του φαινομενικού αγοραστή και του πραγματικού αγοραστή (ΑΠ 2306/2009, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 513 του ΑΚ ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία γι` αυτά. Δεν ασκεί επιρροή για το κύρος της σύμβασης πώλησης η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που ανέλαβε ο αγοραστής έναντι του πωλητή ειδικά, καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πωλήσεως το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο. Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική από το υποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον αγοραστή (ΑΠ 334/2007 Νόμος, ΑΠ 269/2007 Νόμος, ΑΠ 74/2006 ΕλλΔνη 2006 σ. 1383). Επίσης, δεν ασκούν επιρροή για το κύρος της σύμβασης τα αίτια, τα οποία οδήγησαν τους συμβαλλομένους για τη σύναψη της σύμβασης, ούτε ο τπώτερος σκοπός, στον οποίο αυτοί απέβλεπαν με την κατάρτιση της τύμβασης (ΕφΔωδ 6/2002 ΝοΒ 2004 σ. 58). Ενδέχεται δε κάτω από την εικονική να υποκρύπτεται άλλη δικαιοπραξία, η οποία να είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύσταση της.
 
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 70 του (ΠολΔ προκύπτει ότι και ο τρίτος, που δεν είναι συμβαλλόμενος στη Σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ άλλων, έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της, όταν γι' αυτό έχει έννομο συμφέρον, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διάταξη νόμου του αποκλείει το δικαίωμα αυτό. Το έννομο, δε, συμφέρον του, το οποίο μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις και γενικά υπάρχει, όταν από την κατάρτιση της άκυρης σύμβασης δημιουργείται αβεβαιότητα, ως προς ορισμένη έννομη σχέση του και κίνδυνος για τα συμφέροντα του, είτε άμεσος είτε επικείμενος, είτε εξαρτώμενος από τη συνδρομή και άλλου μέλλοντος περιστατικού, την αποτροπή του οποίου εξασφαλίζει η αιτούμενη αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης (ΕφΑΘ 2439/2008 Δ/νη 2009.214). Επιπροσθέτως, από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1113 και 1116 του ΑΚ προκύπτει ότι, εάν υπάρχει συγκυριότητα, ο κάθε συγκύριος, όταν προσβάλλεται στο δικαίωμα συγκυριότητας με κατάληψη της νομής του πράγματος από τρίτον, έχει κατ' αυτού τη διεκδικητική αγωγή μόνον για τη μερίδα του. Αίτημα της αγωγής του θα είναι όχι η παράδοση όλου του πράγματος σ' αυτόν, αλλά της συννομής του κατά την ιδανική του μερίδα (ΑΠ 557/1994 ΕΕΝ 62, 383, ΕφΑΘ 8464/2004 ΝΟΜΟΣ). Δικαιούται όμως, χωρίς να επιβάλλεται υποχρέωση προς τούτο (άρθρο 1116 ΑΚ), εάν το πράγμα το κατέχει τρίτος, να διεκδικήσει όλο το πράγμα υπέρ των συγκυριών, οπότε έχει υποχρέωση να απαιτήσει την απόδοση τούτου προς όλους τους συγκυρίους. Σε μία τέτοια όμως περίπτωση οφείλει να εκθέσει στο δικόγραφο της αγωγής τα θεμελιωτικά αυτής γεγονότα τόσο για τη δική του συγκυριότητα όσο και για τη συγκυριότητα των λοιπών συγκυριών (ΑΠ 438/2001 ΕλλΔνη 43, 382, ΕφΛαρ 187/2004, Αρμ 2005, 24), τους οποίους βέβαια πρέπει να κατονομάσει (ΑΠ 18/1997, ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση δε που την αγωγή ασκούν μερικοί μόνον από τους συγκυρίους, χωρίς να προβαίνουν στους ανωτέρω αναγκαίους προσδιορισμούς, που απαιτούνται κατά νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος των συγκυριών που δεν μετέχουν στην δίκη, επάγεται μεν αοριστία ως προς την βάση της αγωγής που ερείδεται επί της διατάξεως του άρθρου 1116 ΑΚ (με την οποία ασκούνται αξιώσεις για ολόκληρο το πράγμα) όχι όμως και ως προς την αναγκαίως εμπεριεχόμενη βάση των άρθρων 1094 ΑΚ σε συνδ. με 1113 ΑΚ (που προβλέπουν την κατά τις γενικές διατάξεις προστασία εκάστου ιδανικού μεριδίου της συγκυριότητας). Τούτο δε θα έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής, λόγω αοριστίας, κατά το μέρος του πράγματος, που υπερβαίνει την ιδανική μερίδα των εναγόντων με το συνακόλουθο αίτημα της αποδόσεως του σε όλους τους συγκυρίους και τον περιορισμό αυτής στην απόδοση στους ενάγοντες της νομής αυτού κατά το ιδανικό μέρος, κατά το οποίο αποδεικνύεται η συγκυριότητα τους (ΑΠ 438/2001, ΕλλΔνη 43, 382). Τούτο δε είναι εφικτό καθώς η κυριότητα είναι διαιρετό δικαίωμα και συνεπώς είναι επιδεκτικό κτήσης, άσκησης και απώλειας κατ' ιδανικά μέρη, ενώ επί διεκδικητικής αγωγής, όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι δεν υφίσταται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας υπό την έννοια του άρθρου 76 ΚΠολΔ και καθένας από τους ομοδίκους συγκυρίους ενεργεί ανεξάρτητα των λοιπών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 ΚΠολΔ (ΕφΑΘ 4608/2001 Δ/νη 2002, 234). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 221 παρ. 1 α` και 222 παρ. 1 ΚΠολΔ η κατά το άρθρο 215 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα κατάθεση της αγωγής συνεπάγεται εκκρεμοδικία, μετά την επέλευση της οποίας και κατά τη διάρκεια της δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου νέα δίκη για την ίδια διαφορά, με βάση την ίδια ιστορική και νομική αιτία, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 222 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της, εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη (ΑΠ 716/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εκκρεμοδικία παύει με την έκδοση οριστικής απόφασης και η παύση της διαρκεί μέχρι την άσκηση ένδικου μέσου κατ' αυτής, μετά την άσκηση του οποίου δημιουργείται νέα εκκρεμοδικία (ΑΠ 1048/2009 ΕΠολΛ 2010/439, ΑΠ 929/2006 ΝοΒ 2007/2129, ΑΠ 201/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 457/2000 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 240/1998 Δ 1998/719, ΕφΔωδ I 168/2004 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5646/2002 Αρμ 2003/1807, ΕφΑΘ 8813/2000 ΕπισκΕΔ 2001/409, ΕφΑΘ 2232/1998 ΑρχΝ 1999/198, ΕφΑΘ 2041/1974 ΝοΒ 1974/527). Η άσκηση της τριτανακοπής επιφέρει εκκρεμοδικία (Κεραμεύς - Κονδύλης - Νίκας, ΕρμΚΠολΔ, τόμος I, υπό άρθρο 588, σελ. 1093). Τέλος, σύμφωνα με το αρθρ. 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, όπως ερμηνεύτηκε αυθεντικώς, με το αρθρ. 7 παρ. 1 2 3 και 4 του ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε, με το ν.δ. 180/1961, αν ο ενάγων παραλείψει την προκαταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην. Σύμφωνα με το αρθρ. 173 παρ. 1, 175 και 272 παρ.1 ΚΠολΔ (που τέθηκε σε ισχύ στη θέση του καταργημένου αρθρ. 272 με το αρθρ. 30 του ν. 3994/2011), αν η συζήτηση γίνεται με επιμέλεια του ενάγοντος και είτε εμφανιστεί αυτός και .δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση, είτε δεν εμφανιστεί, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την αγωγή. Στην ουσία η απόρριψη επέρχεται λόγω της ερημοδικίας, που μπορεί να είναι και πλασματική και δεν τίθεται κανένα απαράδεκτο της αγωγής. Με το αρθρ. 70 του ν. 3994/2011 αντικαταστάθηκε η παρ. 3 του αρθρ. 7 του ν.δ. 1544/1942 ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το αρθρ. 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι περί εξάλειψης υποθήκης και προσημείωσης, καθώς κι εκείνες, που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού. Σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 72 του ν. 3994/2011, και την παρ. 14 αυτού, η παρ. 3 του αρθρ. 7 του ν.δ. 1544/1942, όπως είχε τροποποιηθεί, εφαρμόζεται στις αγωγές, που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου. Η έναρξη, δε, ισχύος αυτού είναι η 25-07-2011 (ΦΕΚ A 165). Στη συνέχεια εκδόθηκε και τέθηκε σε ισχύ, από τις 12- 03-2012, ο ν. 4055/12 (ΦΕΚ A 51), κατά τον οποίο, η διάταξη της παρ. 14 του αρθρ. 72, του ν. 3994/11, δεν εφαρμόζεται στις αγωγές, που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές, πριν την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε 1 αναγνωριστικές, μετά την έναρξη ισχύος αυτού (αρθρ. 21 παρ. 2 ν. 4055/2012). Παράλληλα, με το αρθρ. 21 παρ. 1 του ν. 4055/2012, επήλθε και νεώτερη αλλαγή στο αρθρ. 3 του ν.δ. 1544/1942, από 02-04-2012, με αποτέλεσμα η παρ. 3 να διαμορφωθεί ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το αρθρ. 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές, που αφορούν τις διαφορές των αρθρ. 663, 677, 681Α και 681Β (εννοείται του ΚΠολΔ), καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση του πλειστηριασμού». Μετά τις παραπάνω αλλαγές, σε τέλος δικαστικού ενσήμου υπόκεινται πλέον και οι αναγνωριστικές αγωγές, που δεν εξαιρέθηκαν (όσες δεν αφορούν εργατικές διαφορές - από παροχή εργασίας - αυτοκινητικές - από διατροφή κι επιμέλεια τέκνων). Με ρητή διάταξη του νόμου, οι νέες διατάξεις δεν εφαρμόζονται σε όσες αγωγές ασκήθηκαν πριν τις 25-07-2011, γιατί, στην πραγματικότητα, το αρθρ. 21 παρ. 1 του ν. 4055/12 δεν προσθέτει κάτι διαφορετικό. Ωστόσο, όπως σαφώς προκύπτει, από την διάταξη του αρθρ. 7 παρ. 3 του ν.δ. 1544/1942, σε τέλος δικαστικού ενσήμου υπόκεινται αποκλειστικά και μόνο οι καταψηφιστικές αγωγές. Για τον απλό λόγο, ότι σε κάθε καταψηφιστική αγωγή εμπεριέχεται και αναγνωριστικό αίτημα. Οι αναγνωριστικές αγωγές τρέπονται, σύμφωνα με το νόμο, σε καταψηφιστικές, για να μπορεί ο ενάγων, να απαιτήσει την καταβολή της απαίτησης, που αναγνωρίστηκε. Διπλή καταβολή δικαστικού τέλους, για την ίδια διαφορά κι απαίτηση, που κατάγεται σε δίκη, ούτε προβλέπεται ούτε μπορεί να προβλεφτεί. Σύμφωνα με τα αρθρ. 294 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ, προβλέπεται το δικαίωμα του ενάγοντος, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής. Ο περιορισμός του αιτήματος της θεωρείται μερική παραίτηση. Κατά τον ίδιο τρόπο, η τροπή του αιτήματος της αγωγής, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, έχει την έννοια μερικής παραίτησης, από το (καταψηφιστικό) αίτημα της αγωγής. Κατά τον τρόπο αυτό η προβλεπόμενη από το νόμο παραίτηση, που παρέχεται ως δικαίωμα στον ενάγοντα, χάνει την έννοια δικαιώματος. Η διαφοροποίηση της αναγνωριστικής από την καταψηφιστική αγωγή κι η επιβολή δικαστικού ενσήμου μόνο στην δεύτερη δικαιολογείται, από το ότι ο πολίτης μπορεί, με σχετικά ολιγοδάπανη διαδικασία, να εμποδίσει την παραγραφή του δικαιώματος του, να άρει αμφισβήτηση για την ύπαρξή του, να βεβαιωθεί για την φερεγγυότητα του οφειλέτη και ως προς τη δυνατότητα εκτέλεσης της απόφασης ή μη και να προστατεύσει εμπράγματα δικαιώματά του, από προσβολή. Η επέκταση καταβολής δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές και μάλιστα με καταβολή διπλάσιου ποσοστού, από ότι ίσχυε μέχρι τώρα (βλ. αρθρ. 6 του ν.4093/2012 και 40 του ν. 4111/2013), δηλώνει, ότι η καταβολή δικαστικού ενσήμου καθίσταται δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού άσκησης αγωγής και υπό την αναγνωριστική της μορφή. Η τέτοιου είδους, προκαταβολική είσπραξη τέλους, εκ μέρους του δημοσίου, ήδη σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας της δίκης, παρίσταται κατά των αρχών του κράτους δικαίου, της παροχής πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και νομιμότητας, της συνταγματικής επιταγής για δημοκρατική νομιμοποίηση και νομιμότητα της άσκησης της δικαστικής λειτουργίας, που θεμελιώνονται στις διατάξεις των αρθρ. 20 παρ. 1, 26 παρ. 3, 94 παρ. 4, 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής 2 παρ. 3 και 14 παρ. 1 του, με το ν. 2462/1997, κυρωθέντος Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Το δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 20 παρ. 1 Σ), το οποίο κατοχυρώνεται και από την κυρωθείσα με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ άρθρα 6 και 13) και αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Ο ουσιαστικός νόμος καθορίζει τις ειδικότερες προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής στη Δικαιοσύνη θεσπίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις, δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, πλην όμως, ο κοινός νομοθέτης δεν έχει απεριόριστη εξουσία προσδιορισμού των προϋποθέσεων αυτών. Οι ρυθμίσεις του ουσιαστικού νόμου πρέπει να συνάπτονται προς τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θέτουν αδικαιολόγητους δικονομικούς φραγμούς στην παροχή εννόμου προστασίας από τα Δικαστήρια, οι οποίοι ισοδυναμούν με κατάργηση, άμεση ή έμμεση, του σχετικού δικαιώματος, άλλως οι ρυθμίσεις αυτές είναι προδήλως αντισυνταγματικές και αντίκεινται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, η επιβολή φορολογικού βάρους με τη μορφή του τέλους δικαστικού ενσήμου μόνο στις καταψηφιστικές αγωγές δεν συνιστούσε στέρηση του δικαιώματος αυτού, καθώς συναρτάτο με την εκτελεστότητα της απόφασης και όχι με την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, δεδομένου ότι το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη προστατευόταν επαρκώς με δυνατότητα άσκησης αναγνωριστικής αγωγής. Η διαφορετική αντιμετώπιση της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή στο θέμα του δικαστικού ενσήμου, είχε επαρκή δικαιοπολιτική εξήγηση, καθώς οι αποφάσεις επί καταψηφιστικών αγωγών είναι το δίχως άλλο εκτελεστές, ενώ οι αποφάσεις επί των αναγνωριστικών αγωγών δεν είναι εκτελεστές, το δε Δημόσιο δεν στερείται του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου που καταβάλλεται όταν η αναγνωριστική απόφαση γίνει, με τους όρους που στο νόμο προβλέπονται, εκτελεστή. Η επέκταση του δικαστικού ενσήμου, όμως, και στις αναγνωριστικές αγωγές σημαίνει ότι πλέον καθίσταται δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού της παράστασης του διαδίκου, γεγονός προδήλως αντισυνταγματικό, καθώς, καθιστώντας δυσβάσταχτη οικονομικά την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, περιορίζει και σε πολλές περιπτώσεις στερεί το συνταγματικό δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας. Στα πλαίσια αυτά, ο Αρειος Πάγος με τη με αριθ. 675/2010 απόφασή του, έκρινε ότι η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές δεν αναιρεί το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του διαδίκου «λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής». Είναι προφανές ότι η νομική παραδοχή του Αρείου Πάγου περί τη συνταγματικότητας του δικαστικού ενσήμου προϋπέθετε την απωλεσθείσα πλέον δυνατότητα του πολίτη να προσφύγει στα Δικαστήρια με αναγνωριστική αγωγή, η άσκηση της οποίας χωρίς υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου προστατεύει ικανοποιητικά το συνταγματικό δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας. Με την αιτιολογική έκθεση επί του σχεδίου νόμου για το άρθρο 70 φέρεται ως σκοπός της νέας διάταξης η αύξηση των δημοσίων εσόδων, πρόβλεψη που αποτυπώνεται και στη σχετική Εκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους επί του σχεδίου νόμου. Πλην όμως, σύμφωνα και με τον έντονο νομικό προβληματισμό που διατύπωσε η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής με την έκθεσή της επί του συγκεκριμένου νομοσχεδίου και κατά την πάγια νομολογία του ΣτΕ, η επίκληση αμιγώς ταμειακών αναγκών του Δημοσίου χωρίς σύνδεση με τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης, δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή για τη θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας. Αντίστοιχη είναι και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), κατά την οποία μόνο το δημοσιονομικό συμφέρον του Δημοσίου δεν μπορεί να αφομοιωθεί συλλήβδην σε ένα γενικότερο δημόσιο συμφέρον, το οποίο θα δικαιολογούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση την παραβίαση των δικαιωμάτων του πολίτη. Αλλωστε, η υποχρεωτική επιβολή δικαστικού ενσήμου σε όλες τις αγωγές που έχουν περιουσιακό αντικείμενο ή είναι χρηματικά αποτιμητές δεν συνδέεται με τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης, ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί επαρκώς από τις ταμειακές ανάγκες του δημοσίου από την «κινητοποίηση ενός πολυδάπανου δημόσιου μηχανισμού», όπως αναφέρεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση. Πρώτον, διότι το λειτουργικό κόστος της Δικαιοσύνης όχι μόνο δεν έχει αυξηθεί, αλλά αντίθετα έχει περιοριστεί κατά πολύ. Δεύτερον, διότι η Δικαιοσύνη δεν αποτελεί «μηχανισμό», όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην ως άνω αιτιολογική έκθεση, αλλά αποτελεί δημόσια λειτουργία, συνταγματικά κατοχυρωμένη και χρηματοδοτούμενη από το δημόσιο προϋπολογισμό και δεν λειτουργεί με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας. Τρίτον, διότι θα έπρεπε με την ίδια λογική το σχετικό τέλος να επεκταθεί σε όλες τις αγωγές και όχι μόνο στις χρηματικά αποτιμητές, καθώς οι λοιπές αγωγές κινητοποιούν τον ίδιο πολυδάπανο «μηχανισμό» κατά την έκφραση της αιτιολογικής έκθεσης. Φαίνεται, αντίθετα, ότι η ρύθμιση αποκτά αποτρεπτικό, καταρχήν, και, στη συνέχεια, κυρωτικό χαρακτήρα, ειδικά για τις χρηματικά αποτιμητές αγωγές, καθώς, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, με την επέκταση του δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές επιδιώκεται «να αποτραπεί η συζήτηση προπετών και αβασίμων αγωγών». Ο πολίτης, για λόγους καθαρά εισπρακτικούς, στερείται του δικαιώματος να προσφύγει στη Δικαιοσύνη χωρίς να καταβάλει δικαστικό ένσημο για να εμποδίσει την παραγραφή του δικαιώματος του, να άρει υφιστάμενη αβεβαιότητα περί της ύπαρξης του δικαιώματος ή της έκτασής του, να εκδώσει αναγνωριστική απόφαση, όταν υπάρχει αμφιβολία για τη φερεγγυότητα του οφειλέτη και για τη δυνατότητα εκτέλεσης της απόφασης, να προστατεύσει το εμπράγματο δικαίωμά του, χωρίς βεβαίως όλα αυτά να μπορούν να θεωρηθούν προπετείς και αβάσιμες αγωγές. Αλλωστε, κατά το Σύνταγμα, μόνο τα αρμόδια Δικαστήρια και ουδείς άλλος, και βεβαίως όχι προκαταβολικά, μπορεί να κρίνει αν οι αγωγές είναι πράγματι προπετείς και αβάσιμες, προβλέπονται δε στον ΚΠολΔ επαρκείς ποινές (άρθρο 205) και κυρώσεις (άρθρα 178-179, περί δικαστικής δαπάνης) για τις περιπτώσεις τέτοιων αγωγών, ώστε να μην χρειάζονται άλλες και σε καμία περίπτωση το δικαστικό ένσημο δεν μπορεί να αποτελέσει τέτοιου είδους κύρωση. Επιπλέον, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι λαμβάνεται υπόψη το δικαστικό ένσημο στον υπολογισμό της επιδικαζόμενης δικαστικής δαπάνης, το γεγονός αυτό αφορά στο χρόνο μετά την παροχή δικαστικής προστασίας και δεν εξισορροπεί τα εμπόδια που τίθενται στον πολίτη κατά το χρόνο προσφυγής του στη Δικαιοσύνη. Συνεπώς, η υποχρεωτική προσκομιδή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές και μάλιστα τέτοιου ύψους, ως προϋπόθεση προσφυγής στη Δικαιοσύνη, αποτελεί συνταγματικά ανεπίτρεπτο περιορισμό που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του προστατευόμενου και από την ΕΣΔΑ δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, καθώς προσβάλλει την ίδια την υπόσταση του δικαιώματος (Ολ. ΣΤΕ 601/2012 ΝΟΒ 2012.376, Ολ. ΣΤΕ 3087/2011, Ολ Ελ. Συν 2006/2008 A Δημοσίευση) Νόμος, Ολ. ΣΤΕ 647/2004 ΔΕΕ 2004.821, ΑΕΔ 33/1995 Δνη 1995.571, ΕΔΔΑ της 28-10-1998, Ait Mououb κατά Γαλλίας, της 15- 2-2000 Garcia Manipardo κατά Ισπανίας, της 19-5-2001 Kreuz κατά Πολωνίας, Απόφαση ΕΔΔΑ της 24-5-2006 επί της υπόθεσης Λιακόπουλου κατά Ελλάδος στην προσφυγή υπ αριθμ. 20627/2004, σχόλιο Κ.Μπέη κάτωθι της ΑΠ 9/2002 σε Δίκη 2002.686, Εφετείο Πειραιά 55/2009, Δίκη 2009.246 με σχόλιο Κ.Μπέη, ΜονΠρΧαν 3/2013, ΝοΒ 2013/415, Αρμ 2013/480, ΕΠολΔ 2013/251).
 
Η ενάγουσα με το υπό κρίση δικόγραφο της ισχυρίζεται ότι δυνάμει της με αριθμό κατάθεσης .../1629/2010 αγωγής απόδοσης μισθίου ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία στρέφεται κατά αυτής και του πρώην συζύγου της και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, ............ , οι νυν εναγόμενοι, ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει της από 17-06-2002 σύμβασης μίσθωσης είχαν εκμισθώσει στον πρώην σύζυγο της, την υπό στοιχεία Μ-3 μεζονέτα ευρισκόμενη στη θέση ..... .... - Δικηγορικά του Δήμου Γλυφάδας επί της οδού ............. , η οποία αποτελείται από υπόγειο δύο θέσεων στάθμευσης, επιφάνειας 122,50 τμ, ισόγειο 74,20 τμ, πρώτο όροφο 70,34 τμ, δώμα 12,95 τμ και πισίνα στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, όπως αυτή αναλυτικώς περιγράφεται στο με αριθ. ...../2002 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, ............... , νόμιμα μετεγγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο Γλυφάδας στον τόμο 20 και αριθμό 111. Ότι με την ως άνω αγωγή οι νυν εναγόμενοι κατήγγειλαν την περιγραφόμενη σύμβαση μίσθωσης και ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εκεί πρώτος εναγόμενος, πρώην σύζυγος της νυν ενάγουσας, .............. , καθώς και η εκεί δεύτερη εναγόμενη - νυν ενάγουσα αλλά και κάθε τρίτος που τυχόν έλκει δικαιώματα από αυτούς, να τους αποδώσουν ελεύθερη τη χρήση της ως άνω μεζονέτας, μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και τη λύση της μίσθωσης. Ότι κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής απόδοσης μισθίου, οι εκεί ενάγοντες - νυν εναγόμενοι παραιτήθηκαν του δικογράφου της αγωγής τους ως προς την εκεί δεύτερη εναγομένη - νυν ενάγουσα. Ότι στη σχετική ακροαματική διαδικασία εμφανίστηκε ως μόνος διάδικος ο πρώην σύζυγος της, ο οποίος ομολόγησε ότι η μισθωτική σχέση είχε λήξει, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η με αριθ. 598/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την ως άνω αγωγή. Οτι στις 24-05-2012 επιδόθηκε στο ............... αντίγραφο από το με αριθ. 326/2012 απόγραφο της με αριθ. 598/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου οι νυν εναγόμενοι ως επισπεύδοντες επέτασσαν αυτόν να τους αποδώσει τη χρήση της ως άνω μεζονέτας. Ότι στη συνέχεια βάσει της από 30-05-2012 έγγραφης εντολής που δόθηκε στο δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ............... από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των επισπευδόντων, ..... , ο ως άνω δικαστικός επιμελητής απέβαλε τον καθ` ου η εκτέλεση και κατ` επέκταση και τη νυν ενάγουσα που διέμενε στην ως άνω μεζονέτα από το 2002 χρησιμοποιώντας την ως οικογενειακή στέγη και εγκατέστησε σ` αυτήν τους νυν εναγομένους, συντάσσοντας και τη σχετική με αριθ. ../30-05-2012 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης. Οτι η ως άνω οικία δεν ήταν ποτέ ιδιοκτησίας των εναγομένων, αφού αυτοί ήσαν μόνο εικονικοί και όχι πραγματικοί κύριοι αυτής, καθόσον προέβησαν στην αγορά αυτής στο πλαίσιο εντολής από την νυν ενάγουσα και τον πρώην σύζυγο της και ότι η αγορά έγινε με επιμέλεια και έξοδα των τελευταίων και ότι ως εκ τούτου το ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας είναι εικονικό ως προς το πρόσωπο των πραγματικών αγοραστών και ότι περαιτέρω δε η συναφθείσα μεταξύ αυτών και του πρώην συζύγου της από 17 Ιουνίου 2002 σύμβαση μίσθωσης είναι εικονική και ως εκ τούτου απολύτως άκυρη. Οτι η εν λόγω μεζονέτα αγοράστηκε το 2002 από την εταιρεία «....» με χρήματα της ενάγουσας και του πρώην συζύγου της, εξαιτίας όμως των δεσμεύσεων που αυτοί είχαν από την πτώχευση της εταιρίας με την επωνυμία ............... το 1991, στην οποία ήταν ιδιοκτήτες και μέτοχοι κατά 50% και εξαιτίας της οποίας δεν μπορούσαν να πάρουν δάνειο από τράπεζα στο όνομα τους, προέβησαν στην αγορά της μέσω τρίτων προσώπων (αχυράνθρωπων) ήτοι των εναγομένων, οι οποίοι και εμφανίζονται τυπικά και μόνο στο με αριθ. ..../2002 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, ........... ως ιδιοκτήτες της μεζονέτας. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, μετά και από τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό (η δήλωση αυτή συνιστά κατά τα άρθρα 215 παρ. 1, 223 παρ. 1 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία έτσι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται για το παραδεκτό της συζητήσεως η καταβολή από την ενάγουσα του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου, ενόψει της αντισυνταγματικότητας της τροποποιηθείσας παρ. 3 του αρθρ. 7 του ν.δ. 1544/1942, καθώς η διάταξη του άρθρου 70 ν. 3994/2011, που ορίζει ότι στο τέλος δικαστικού ενσήμου υπόκεινται και οι αναγνωριστικές αγωγές, που δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 21 ν. 4055/2012, είναι μη εφαρμοστέα, επειδή έρχεται σε ευθεία αντίθεση τόσο με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, όσο και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας), πλην του αιτήματος που αφορά την απόδοση της κατοχής, το οποίο με ρητή δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δίκης και εμπεριέχεται στις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις του, παραμένει καταψηφιστικό, η ενάγουσα ζητεί: 1) να αναγνωρισθεί η εικονικότητα και η ακυρότητα του με αριθ. ............/2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, .................. , αλλά και η εικονικότητα και η ακυρότητα της μεταγραφής του στον τόμο 20 και αριθμό 111 του υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας, όπως επίσης και η εικονικότητα και η ακυρότητα της από 17 Ιουνίου 2002 σύμβασης μίσθωσης της επίδικης μεζονέτας, 2) να αναγνωριστεί η συγκυριότητα της κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην επίδικη μεζονέτα και η συγκυριότητα του υπόλοιπου 1/2 εξ αδιαιρέτου στο μη διάδικο, ............. και όλως επικουρικά να αναγνωριστεί η κυριότητα του ..... , επί ολόκληρης αυτής, 3) να αναγνωριστεί η ενάγουσα νομέας και κάτοχος ολόκληρου του ως άνω ακινήτου και να της αποδοθεί η κατοχή αυτού από τους εναγομένους, άλλως όλως επικουρικά να αναγνωριστεί συννομέας του εν λόγω ακινήτου σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, άλλως δε όλως επικουρικότερα να αναγνωριστεί κάτοχος ολόκληρου του ακινήτου και να της αποδοθεί η κατοχή αυτού από τους εναγομένους, να διαταχθεί δε σε κάθε περίπτωση η βίαιη αποβολή των εναγομένων και κάθε τρίτου που έλκει δικαιώματα από αυτούς από το εν λόγω ακίνητο και η νόμιμη εγκατάσταση της, 4) να κηρυχτεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή ως προς όλα τα ως άνω αιτήματα και 5) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Μ` αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αγωγή, περίληψης της οποίας έχει εγγραφεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο και ειδικότερα στο βιβλίο διεκδικήσεων στον τόμο 6 και με αριθ. 98 (βλ. το με αριθ. 1.899/28-08-2012 πιστοποιητικό εγγραφής της Υποθηκοφύλακος Γλυφάδος), παραδεκτά εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ως καθ` ύλη και κατά τόπο αρμοδίου (άρθρα 9, 11 παρ. 1, 18 και 29 ΚΠολΔ), για να συζητηθεί κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία. Από τη μελέτη των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει ότι η ενάγουσα έχει καταθέσει, πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 16-05-2012 τριτανακοπή με γενικό αριθμό κατάθεσης ../2012 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2012 (διαδικασία μισθωτικών διαφορών), την οποία έχει στρέψει κατά των εναγομένων, αλλά και κατά του πρώην συζύγου της, ............... , η οποία προσδιορίσθηκε να δικασθεί στις 25-09-2013, οπότε κατά τους ισχυρισμούς των διαδίκων αναβλήθηκε για το Σεπτέμβριο του έτους 2014, χωρίς να προκύπτει ότι έχει εκδοθεί επ` αυτής οριστικής απόφαση. Στην ως άνω τριτανακοπή, πέρα από το αίτημα της να ακυρωθεί η με αριθ. 598/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, άλλως να κηρυχθεί αυτή ανενεργός, σωρεύεται και το αίτημα να αναγνωρισθεί ως εικονική η από 17-06- 2002 σύμβαση μίσθωσης, το οποίο είναι όμοιο με αυτό της κρινόμενης αγωγής, δηλ. έχει την ίδια ιστορική και νομική βάση, αλλά και ίδιο αίτημα. Επομένως, για το ως άνω αίτημα υφίσταται εκκρεμοδικία λόγω πρόδηλης ταυτότητας ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ των δύο δικών, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 222 § 1 ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς η παρούσα δίκη κατά το μέρος που αφορά το σωρευόμενο αίτημα περί αναγνώρισης ως εικονικής της από 17-06- 2002 σύμβασης μίσθωσης να ανασταλεί λόγω εκκρεμοδικίας, κατ` άρθρο 222 § 2 ΚΠολΔ, έως ότου περατωθεί η δίκη η ανοιγείσα με την από 16-05-2012 τριτανακοπή με γενικό αριθμό κατάθεσης 89607/2012 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1949/2012 (διαδικασία μισθωτικών διαφορών), που έχει ασκήσει η ενάγουσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων. Περαιτέρω, στην υπό κρίση αγωγή απαραδέκτως σωρεύεται το κύριο αίτημα να αναγνωριστεί η ενάγουσα νομέας και κάτοχος ολόκληρου ως άνω ακινήτου και να της αποδοθεί η κατοχή αυτού από τους εναγομένους, το οποίο είναι μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο, διότι δεν μπορούν να σωρευτούν στο ίδιο δικόγραφο η αναγνωριστική ή η διεκδικητική αγωγή και η αγωγή για τη νομή ή την κατοχή (Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου σελ. 307, βλ. για το ότι δεν μπορούν να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο η διεκδικητική αγωγή και η αγωγή για τη νομή, διότι η επιδίκαση της κυριότητας καθιστά μάταιη τη δίκη για τη νομή βλ. ΑΠ 21/2005, Δ/νη 2005/1395, ενώ σε κάθε περίπτωση, η αγωγή για προσβολή της νομής - άρθρο 984 παρ. 1 ΑΚ - είναι αρμοδιότητος Μονομελούς Πρωτοδικείου - βλ. άρθρο 16 παρ. 13 ΚΠολΔ -). Εξάλλου, η αγωγή ως προς το επικουρικό αίτημα της να αναγνωριστεί η κυριότητα του .................. , επί ολόκληρου του επίδικου ακινήτου πρέπει να απορριφθεί λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, αλλά και ελλείψει εννόμου συμφέροντος της, αφού σύμφωνα με το άρθρο 1116 ΑΚ αυτή μπορεί να ζητήσει μόνο την αναγνώριση ή την απόδοση σε αυτόν ως συγκυρίου μέρους του επίδικου ακινήτου και όχι ως αποκλειστικού κυρίου αυτού. Η αγωγή περαιτέρω είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 138, 180, 513, 1033, 1094, 1192, 1193, 1198 ΑΚ και 70 και 176 ΚΠολΔ, εκτός από το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινά εκτελεστής, το οποίο τυγχάνει μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο, μετά την τροπή των σχετικών αιτημάτων της αγωγής σε αναγνωριστικά (πλην του επικουρικού αιτήματος για απόδοση της κατοχής, το οποίο παραμένει καταψηφιστικό), ενόψει του ότι δεν είναι νοητή η εκτέλεση αναγνωριστικής αποφάσεως, η οποία δεν περιέχει καταδίκη, αλλά αναγνώριση εννόμου σχέσεως, της οποίας η ενέργεια εξαντλείται στο δεδικασμένο (ΟλΑΠ 959/1985 ΕλλΔνη 1986, 301). Ομως, το όλως επικουρικότερο αίτημα της υπό κρίση αγωγής να αναγνωριστεί η ενάγουσα κάτοχος ολόκληρου του ακινήτου και να της αποδοθεί η κατοχή αυτού από τους εναγομένους, λόγω του καταψηφιστικού του χαρακτήρα, υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, πλην, όμως, τέτοιο τέλος προσαυξημένο με τα ανάλογα υπέρ τρίτων ποσοστά, δεν προσκομίσθηκε από την ενάγουσα, αν και ζητήθηκε αυτό από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της (μέσω της γραμματείας της έδρας του παρόντος Δικαστηρίου), προκειμένου να συμπληρώσει, κατ` άρθρο 227 ΚΠολΔ, την ανωτέρω τυπική έλλειψη, χωρίς όμως αποτέλεσμα (βλ. την από 01-10-2014 βεβαίωση της γραμματέως της έδρας). Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, κατά το ως άνω όλως επικουρικότερο αίτημα της πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω πλασματικής ερημοδικίας της ενάγουσας, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, η αγωγή κατά τα αιτήματα της: α) να αναγνωρισθεί η εικονικότητα και η ακυρότητα του με αριθ. ..../2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, .................... , αλλά και η εικονικότητα και η ακυρότητα της μεταγραφής τού στον τόμο 20 και αριθμό 111 του υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας και β) να αναγνωριστεί η συγκυριότητα της ενάγουσας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην επίδικη μεζονέτα και η συγκυριότητα του υπόλοιπου 1/2 εξ αδιαιρέτου στο μη διάδικο, .......... και άλλως όλως επικουρικά να αναγνωριστεί η ενάγουσα συννομέας του εν λόγω ακινήτου σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
 
Οι εναγόμενοι με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις τους αρνούνται την αγωγή και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι αυτοί είναι κύριοι της επίδικης μεζονέτας. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση στηριζόμενη στο άρθρο 1095 ΑΚ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω στην ουσιαστική του βασιμότητα.
 
Οι διατάξεις των άρθρων 450 έως 452 του ΚΠολΔ για την επίδειξη εγγράφων, ρυθμίζουν τις περιπτώσεις επίδειξης κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης, από τον αντίδικο του αιτούντος αυτή ή τρίτο πρόσωπο, εγγράφων χρήσιμων για την απόδειξη κρίσιμων γεγονότων των οποίων γίνεται επίκληση στη δίκη (ΑΠ 1264/1983Δ 15.400, ΕφΑθ 10381/1988 ΝοΒ 37.747, Εφθεσ 1939/1998 ΕλλΔ/νη 40.382, Γεωργιάδης -Σταθόπουλος: Αστ. Κώδ. Ειδ. Ενοχ. αρθρ. 902 2 αρ. 2 σελ. 551, Κεραμεύς-Κονδύλης-Νίκας: ΕρμΚΠολΔ 2/2000, αρθρ. 450 αρ.1 σελ. 807, Γέσιου-Φαλτσή Δικ. απόδ. Σελ. 301). Οι προϋποθέσεις για την υποχρέωση επίδειξης εγγράφων είναι: α) η ύπαρξη έννομου συμφέροντος εκείνου που ζητεί την επίδειξη αυτών (εγγράφων), β) η κατοχή των εγγράφων από εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η σχετική αίτηση κατά το χρόνο της δίκης και γ) τα έγγραφα να είναι πρόσφορα για την άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελών ισχυρισμών (ΑΠ 209/1994 ΕΕΝ 1995, σελ. 195-196, ΑΠ 1023/1992 ΔΕΝ 49.82, ΑΠ 1771/1988 ΕΕΝ 1989, σελ. 850, ΑΠ 1494/1987 ΕΕργΔ47.1123, Κεραμεύς- Κονδύλης- Νίκας: ό.π. αρθρ. 450 αρ. 3 σελ.808). Για να είναι, όμως ορισμένη η σχετική αίτηση, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτή τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον για την επίδειξη των εγγράφων, καθώς και το πραγματικό περιστατικό της κατοχής αυτών (εγγράφων) από εκείνον από τον οποίο ζητείται η επίδειξη (Γεωργιάδης- Σταθόπουλος: ό.π. αρθρ. 902222 5 αρ. 24 σελ. 558) και ακόμη να προσδιορίζεται το έγγραφο και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του (ΑΠ 1565/1998 ΔΕΕ 1998 σελ. 491, ΑΠ 1023/1992 ό.π., ΕφΑθ 1741/1994 ΕλλΔ/νη 36.1261, ΕφΘεσ 1939/1998 ΕλλΔ/νη 40.382), ώστε να μπορεί να κριθεί αν σχετίζεται με το αντικείμενο της απόδειξης (Κεραμεύς-Κονδύλης-Νίκας:ό.π. αρθρ. 452 άρ. 4 σελ. 810). Το βάρος της απόδειξης του πραγματικού περιστατικού της κατοχής των εγγράφων από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η σχετική αίτηση φέρει ο αιτών (ΕφΠατρ.1019/2006 ΑχΝομ. 2007/644, ΕφΘεσ 3796/1990 Αρμ Μ Γ 592, Κεραμεύς-Κονδύλης- Νίκας: ό.π. αρθρ. 450 αρ. 7 σελ. 809).
 
Η ενάγουσα με την προσθήκη - αντίκρουση της ζητεί να προσκομισθεί από τους εναγόμενους η κίνηση του προσωπικού τους λογαριασμού στην .... τράπεζα, όσο και του λογαριασμού τους στην ............ τράπεζα. Ο ισχυρισμός αυτός, που βασίζεται στο άρθρο 452 ΚΠολΔ, πέρα από το γεγονός ότι απαραδέκτως προβάλλεται με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων της, σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο δικόγραφο η κατοχή των εγγράφων αυτών από τους εναγομένους, ούτε περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην ως άνω μείζονα σκέψη.
 
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης των μαρτύρων.............. και....... , που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις με αριθ. 320/22-10-2012 και 321/22- 10-2012 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλων δικών, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, από τα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για έμμεση προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Δυνάμει της με αριθμό κατάθεσης ../1629/2010 αγωγής απόδοσης μισθίου ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία στρέφεται κατά της ενάγουσας και του πρώην συζύγου της και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, .............. , οι νυν εναγόμενοι, ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει της από 17-06-2002 σύμβασης μίσθωσης είχαν εκμισθώσει στον πρώην σύζυγο της την υπό στοιχεία Μ-3 μεζονέτα ευρισκόμενη στη θέση ..... - ....- Δικηγορικά του Δήμου Γλυφάδας επί της οδού ............... , η οποία αποτελείται από υπόγειο δύο θέσεων στάθμευσης, επιφάνειας 122,50 τμ, ισόγειο 74,20 τμ, πρώτο όροφο 70,34 τμ, δώμα 12,95 τμ και πισίνα στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. Η ως άνω μεζονέτα αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου και δώματος, όπως αυτή αναλυτικώς περιγράφεται στο με αριθ. ...../2002 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, ...... , νόμιμα μετεγγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο Γλυφάδας στον τόμο 20 και αριθμό 111 και συγκεκριμένα: «Α) Το υπόγειο: Εμφαίνεται και αποτυπούται στο από Σεπτεμβρίου 2001 υπ` αριθμόν σχεδίου A3 σχεδιάγραμμα κατόψεως του υπογείου της αρχιτέκτονος μηχανικού, .... , περιλαμβάνει δε το δικό της κλιμακοστάσιο, το φρέαρ ανελκυστήρος, το μηχανοστάσιο, το λεβητοστάσιο, διάδρομο, δύο (2) χώρους σταθμεύσεως αυτοκινήτων υπό στοιχεία (Ρ-5) και (Ρ-6) επιφανείας εκάστου 10,13 τ.μ., μία αποθήκη, εξωτερική κλίμακα καθόδου και τον ελεύθερο χώρο του υπογείου της, έχει δε συνολική επιφάνεια συμπεριλαβανομένων και των ως άνω χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων 122,50 τ.μ., όγκο 367,50 κ.μ. και συνορεύει βορειοανατολικούς με άσκαπτο χώρο οικοπέδου, εν μέρει με κοινόχρηστο χώρο προσπελάσεως αυτοκινήτων, νοτιοανατολικώς με υπόγειο της Μ-4 μεζονέτας, και εν μέρει με κοινόχρηστο χώρο προσπελάσεως αυτοκινήτων, νοτιοδυτικούς με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και βορειοδυτικούς με ιδιοκτησία αγνώστων. Β) Το ισόγειο: Εμφαίνεται και αποτυπούται στο από Μαίου 2000 υπ` αριθμόν σχεδίου Α-4 σχεδιάγραμμα κατόψεως του ισογείου της αρχιτέκτονος μηχανικού, .................... και περιλαμβάνει: Το κλιμακοστάσιο, το φρέαρ του ανελκυστήρα, W.C, κουζίνα, καθιστικό, τραπεζαρία ενοποιημένων, ένα εξώστη προς το βορειοανατολικό ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, έτερον εξώστην προς το νοτιοανατολικόν ακάλυπτο χώρο και ένα ημιυπαίθριο χώρο μετά συνεχόμενου εξώστου προς τον νοτιοδυτικό ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, έχει επιφάνεια 74,20 τ.μ. και όγκο 222,60 κ.μ. και συνορεύει βορειοανατολικούς με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου της αποκλειστικής χρήσεως της Μ3 μεζονέτας και πέραν τούτου με κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου της αποκλειστικής χρήσεως της Μ2 μεζονέτας, νοτιοανατολικώς με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου της αποκλειστικής χρήσεως της Μ4 μεζονέτας, νοτιοδυτικώς με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου της αποκλειστικής χρήσεως της Μ3 μεζονέτας όπου υφίσταται και η πισίνα της και πέραν αυτού με ιδιοκτησία αγνώστων, και βορειοδυτικώς με ιδιοκτησία αγνώστων. Γ) Ο πρώτος υπέρ του ισογείου όροφος: Εμφαίνεται και αποτυπούται στο από Μαίου 2000 υπ` αριθμόν σχεδίου Α-5 σχεδιάγραμμα κατόψεως του πρώτου (Α) ορόφου της ως άνω αρχιτέκτονος, .......... και περιλαμβάνει το κλιμακοστάσιον, το φρέαρ ανελκυστήρος, διάδρομο, κρεβατοκάμαρα, λουτρό, WC, αποθήκη και δύο (2) δωμάτια, ένα εξώστη προς το βορειοανατολικό ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, έτερον εξώστη προς το νοτιοανατολικό ακάλυπτο χώρο και ένα ημιϋπαίθριο χώρο προς τον νοτιοδυτικό ακάλυπτο χώρο, έχει επιφάνεια 70,34 τ.μ., όγκο 211,02 κ.μ. και συνορεύει βορειοανατολικούς με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου της αποκλειστικής χρήσεως της Μ-3 μεζονέτας και πέραν τούτου με κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου της αποκλειστικής χρήσεως της Μ2 μεζονέτας, νοτιοανατολικώς με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου της αποκλειστικής χρήσεως της Μ-4 μεζονέτας, νοτιοδυτικώς με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου της αποκλειστικής χρήσεως της Μ-3 μεζονέτας όπου υφίσταται και η πισίνα της, και πέραν αυτού με ιδιοκτησία αγνώστων και βορειοδυτικώς με ιδιοκτησία αγνώστων. Δ) Το δώμα, το οποίο περιλαμβάνει την απόληξη του κλιμακοστασίου, συνολικής επιφανείας 12,95 τ.μ., συνολικού όγκου 28,49 κ.μ. ως και τον ελεύθερον χώρο του δώματος ιδιόχρηστη ταράτσα της μεζονέτας (Μ- 3) στην οποία υφίσταται και ξύλινη πέργολα, συνολικής επιφανείας 57,39 τ.μ.. Η προπεριγραφείσα υπό στοιχεία (Μ3) μεζονέτα - κατοικία έχει κατά τον από Σεπτεμβρίου 2001 πίνακα κατανομής ποσοστών της αρχιτέκτονος μηχανικού, ......... , συνολική επιφάνεια 280 τ.μ., συνολικό όγκο 829.61 κ.μ., συνολικό ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου διακόσια πενήντα χιλιοστά (250/1000) και συμμετέχει στις κοινόχρηστες δαπάνες με διακόσια πενήντα χιλιοστά (250/1000). Στην ως άνω (Μ-3) μεζονέτα ανήκει κατ` αποκλειστική χρήση το υπό τους αριθμούς και στοιχείο 24, 31, 32, Δ, 33, 34, 40, 39, 38, 37, 29, 28, 27, 24 τμήμα του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 155,60 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο από Μαίου 2000 υπ` αριθμόν σχεδίου Α7α σχεδιάγραμμα διαμορφώσεως περιβάλλοντος χώρου και αποκλειστικών χρήσεων ιδιοκτησιών της αρχιτέκτονος μηχανικού, ................ . Με την ως άνω με αριθμό κατάθεσης 52132/1629/2010 αγωγή οι νυν εναγόμενοι κατήγγειλαν την περιγραφόμενη σύμβαση μίσθωσης και ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εκεί πρώτος εναγόμενος, πρώην σύζυγος της νυν ενάγουσας, .................... , καθώς και η εκεί δεύτερη εναγόμενη - νυν ενάγουσα, αλλά και κάθε τρίτος που τυχόν έλκει δικαιώματα από αυτούς, να τους αποδώσουν ελεύθερη τη χρήση της ως άνω μεζονέτας, μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και τη λύση της μίσθωσης. Κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής απόδοσης μισθίου, οι εκεί ενάγοντες - νυν εναγόμενοι παραιτήθηκαν του δικογράφου της αγωγής τους ως προς την εκεί δεύτερη εναγομένη - νυν ενάγουσα. Στη σχετική ακροαματική διαδικασία εμφανίστηκε ως μόνος διάδικος ο πρώην σύζυγος της, ο οποίος ομολόγησε ότι η μισθωτική σχέση είχε λήξει, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η με αριθ. 598/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την ως άνω αγωγή. Ακολούθως στις 24-5-2012 επιδόθηκε στο ................ αντίγραφο από το με αριθ. 326/2012 απόγραφο της με αριθ. 598/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου οι νυν εναγόμενοι ως επισπεύδοντες επέτασσαν αυτόν να τους αποδώσει τη χρήση της ως άνω μεζονέτας και στη συνέχεια βάσει της από 30-5-2012 έγγραφης εντολής που δόθηκε στο δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών..... από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των επισπευδόντων ..., ο ως άνω δικαστικός επιμελητής απέβαλε τον καθ` ου η εκτέλεση και κατ` επέκταση και τη νυν ενάγουσα που διέμενε στην ως άνω μεζονέτα από το 2002 χρησιμοποιώντας την ως οικογενειακή στέγη και εγκατέστησε σ` αυτό τους νυν εναγομένους, συντάσσοντας και τη σχετική με αριθ. ../30-05-2012 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης. Περαιτέρω, από την επισκόπηση του με αριθ. ..../2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, .................... , προκύπτει ότι οι αναγραφόμενοι σε αυτό αγοραστές της επίδικης μεζονέτας είναι οι εναγόμενοι και πωλήτρια η εταιρεία με την επωνυμία «............». Όμως σε συνέχεια της ως άνω σύμβασης πώλησης και την ίδια ημέρα με αυτήν, υπογράφηκε το με ημερομηνία 15-05-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των εναγομένων και του .... , το οποίο καταρτίστηκε, όπως ειδικότερα αναφέρεται σε αυτό «...έχοντας ως γνώμονα την εμπιστοσύνη τόσο στα πρόσωπα, όσο και στις δηλώσεις των δύο εντολοδόχων, αλλά και τις αμοιβαία άριστες σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων...». Σε αυτό συμφωνήθηκε ότι με ειδική εντολή, έξοδα και επιμέλεια του ............... , οι εναγόμενοι, οι οποίοι θα ενεργούν μεν στο όνομα τους, αλλά για λογαριασμό του, αγοράζουν και παραλαμβάνουν την επίδικη ιδιοκτησία, αφού μεταξύ τους έχει προηγουμένως (εντός του μηνός Μαρτίου 2002) εγκύρως συναφθεί άτυπη σύμβαση εντολής για την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου. Οι εναγόμενοι, με βάση το ως άνω συμφωνητικό υποχρεούνται, μόλις τους ζητηθεί από το ...... ........... , να μεταβιβάσουν οποτεδήποτε επιλεγεί από αυτόν, με οιοδήποτε νόμιμο τρόπο τους υποδειχθεί και σε οιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα, την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου, μετά του εξοπλισμού του, ελεύθερου από κάθε βάρος και πραγματικό ή νομικό ελάττωμα και με τους όρους που θα τους υποδειχθούν, ενώ από την ημέρα της αγοράς και λόγω της εικονικότητας αυτής, οι εναγόμενοι καθίστανται θεματοφύλακες του ακινήτου και υποχρεούνται να το αποδώσουν, σε πρώτη ζήτηση του εντολέα, ήτοι του .... . Από τα παραπάνω συνάγεται η εικονικότητα του με αριθ. ...../2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, ............ και η πρόθεση των συμβαλλομένων να είναι πραγματικός κύριος του επίδικου ακινήτου-ο ............... και όχι η ενάγουσα. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν αναγράφεται σε κανένα σημείο του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίας σημειωθεί υπεγράφη σε χρονικό διάστημα όπου οι σχέσεις των πρώην συζύγων ήταν αρμονικές. Στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό εξάλλου προβλέπεται ότι όλα τα έξοδα της μεταβιβάσεως καταβάλλονται από τον ..... , ακόμη και τα εκδοθέντα στο όνομα των εναγομένων (λ.χ. δάνεια - συναλλαγματικές), ότι ο ......... αφενός δεν οφείλει τίποτε στους εναγόμενους ως τίμημα της διάθεσης, αφετέρου, εάν μεταβιβάσει σε τρίτο εξ ονόματος τους δικαιούται να παρακρατήσει για τον εαυτό του το καταβληθησόμενο τίμημα που θα εισπράξει, χωρίς να έχει υποχρέωση να το αποδώσει, χωρίς να προκύπτει η συμβολή της ενάγουσας στην αγορά του. Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι ο ......... , ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει όλες τις υποχρεώσεις που ανακύπτουν και ειδικότερα, την καταβολή ποσού προκαταβολής 3.000 ευρώ, του αναλογούντος φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου, την εξόφληση του εκδοθησόμενου δανείου, την καταβολή προσθέτου ποσού στην πωλήτρια κατασκευάστρια εταιρεία (με τραπεζική επιταγή) και την πληρωμή επιπλέον ποσού με διακανονισμό. Από κανένα περαιτέρω στοιχείο δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα είναι συγκυρία της επίδικης μεζονέτας, αφού σε κάθε περίπτωση και το ως άνω αναφερόμενο δάνειο το οποίο λήφθηκε με σκοπό να αποπληρώσει το τίμημα του ακινήτου, δεν ήταν στο όνομα της, αλλά στο όνομα των εναγομένων. Το γεγονός δε ότι από ένα χρονικό σημείο και εντεύθεν ο ......... δεν πλήρωνε τις δόσεις του ως άνω δανείου, δεν συναρτάται με την απόκτηση η μη της κυριότητας του ακινήτου από αυτόν, αφού και η ως άνω αγοραπωλησία αλλά και ειδικότερα το μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό δεν εμπεριέχει όρο ή αίρεση για την απόκτηση της κυριότητας από αυτόν συναρτώμενο με την πληρωμή του τιμήματος, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων, ενώ οποιαδήποτε σχετική διαφορά με τη μη καταβολή ολόκληρου του τιμήματος από το ........... αφορά μόνο αυτούς και όχι την επίδικη υπόθεση. Το ως άνω ιδιοκτησιακό καθεστώς, ήτοι την έλλειψη κυριότητας των εναγομένων, αλλά και την κυριότητα του ............... στην επίδικη μεζονέτα δέχθηκε στο σκεπτικό της και η με αριθ. 1142/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη και εκδόθηκε στα πλαίσια αντιδικίας της ενάγουσας με τον πρώην σύζυγο της σχετικά με τη ρύθμιση θεμάτων επιμέλειας και διατροφής μεταξύ τους. Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η συγκυριότητα της στο επίδικο αποδεικνύεται από τις αποδείξεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί στο όνομα της για τη διενέργεια ορισμένων εργασιών στη μεζονέτα, αφού από το 2002 και εντεύθεν και μέχρι τη βίαιη αποβολή της αυτή διέμενε με το γιό της και αρχικά με το σύζυγο της σε αυτήν, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από κανένα και είναι απόλυτα λογικό οι διάφορες αποδείξεις να αναφέρουν το όνομα της. Τέλος, το αν υπάρχει συμβολή της ενάγουσας στην αγορά του επίδικου ακινήτου και σε ποιο βαθμό δεν είναι αντικείμενο της παρούσας δίκης, αλλά αποτελεί διαφορά μεταξύ των δύο πρώην συζύγων, ενώ περαιτέρω και το αν η εταιρεία «...........» είναι ιδιοκτησίας των εναγομένων ή της ενάγουσας και του πρώην συζύγου της επίσης δεν σχετίζεται μέ τα αποδεικτέα ζητήματα της επίδικης υπόθεσης. Επομένως, δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα είναι συγκύρια κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της επίδικης μεζονέτας, ενώ εξάλλου το αίτημα της να αναγνωρισθεί ως συγκύριος, ως προς το 1/2 αυτής ο .............. , πρέπει να απορριφθεί ως ανομιμοποίητο, διότι αυτή έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει όλο το πράγμα υπέρ των συγκυρίων, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι και αυτή είναι συγκυρία. Εφόσον όμως αποδείχθηκε ότι αυτή (η ενάγουσα) δεν έχει στην κυριότητα της κάποιο ποσοστό της (της μεζονέτας) δεν μπορεί να γίνει δεκτό το ως άνω αίτημα της υπέρ του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, ....................... . Για τους ίδιους ως άνω λόγους πρέπει να απορριφθεί το επικουρικό αίτημα περί αναγνώρισης της σύννομης της σε αυτήν, την οποία χρησιμοποιούσε ως οικογενειακή στέγη, αφού αυτή σταμάτησε να διαμένει σ` αυτήν μετά την σύνταξη της σχετικής με αριθ. 344/30- 05-2012 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης. Εφόσον, λοιπόν η ενάγουσα δεν είναι συγκυρία του επίδικου ακινήτου, η αγωγή της, ως προς το σωρευόμενο αίτημα να αναγνωρισθεί η εικονικότητα και η ακυρότητα του με αριθ. ......./2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, ........................ , αλλά και η εικονικότητα και η ακυρότητα της μεταγραφής αυτού στον τόμο 20 και αριθμό 111 του υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας, πρέπει να απορριφθεί, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος προς τούτο. Και αυτό διότι παρόλο που αποδείχθηκε η εικονικότητα του ως άνω συμβολαίου, αυτή δε λειτουργεί για-δικό της όφελος, αφού η ενάγουσα έχει έννομο συμφέρον να ακυρωθεί αυτό στα πλαίσια της διεκδίκησης από αυτήν ποσοστού 1/4 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του. Αφού, αποδείχθηκε ότι αυτή δεν είναι συγκυρία του επίδικου ακινήτου εκλείπει παράλληλα και ο δικαιολογητικός λόγος, η νομιμοποίηση της δηλαδή προς ακύρωση του ως άνω συμβολαίου. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε η συγκυριότητα της ενάγουσας στην επίδικη μεζονέτα η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί αυτή λόγω της ήττας της, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων κατά παραδοχή του νομίμου περί τούτου αιτήματος τους (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
 
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
 
Αναστέλλει λόγω εκκρεμοδικίας την εκδίκαση του σωρευόμενου αιτήματος αναγνώρισης της εικονικότητας και της ακυρότητας της από 17 Ιουνίου 2002 σύμβασης μίσθωσης της επίδικης μεζονέτας μέχρι του πέρατος της από 16-05-2012 τριτανακοπής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με γενικό αριθμό κατάθεσης 89607/2012 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1949/2012 (διαδικασία μισθωτικών διαφορών).
 
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αγωγή.
 
Καταδικάζει την ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δεκατριών χιλιάδων πεντακοσίων (13.500) ευρώ.
 
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24-10-2014
 
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 31-10- 2014, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
 
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 
Ρ.Κ.
back to top