12/2015 ΑΠ (ΟΛΟΜ) - Πλειστηριασμός. Προνομιακή κατάταξη απαιτήσεων.

12/2015 ΑΠ (ΟΛΟΜ) 
  
 
Πλειστηριασμός. Προνομιακή κατάταξη απαιτήσεων. Κατάταξη απαιτήσεων αγροτών και αγροτικών συνεταιρισμών από την πώληση αγροτικών προϊόντων. Ως ημέρα για τον αναδρομικό προσδιορισμό του κρίσιμου κάθε φορά χρονικού διαστήματος, νοείται η ημέρα που τελικά ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε και όχι η ημέρα που αρχικά ορίστηκε για τη διεξαγωγή του. Παραπέμφθηκε στη Πλήρη Ολομέλεια με την υπ΄αριθ. 930/2014 απόφαση Αρείου Πάγου και αναιρεί την υπ΄αριθ. 424/2009 Εφετείου Ναυπλίου. 
 
 
  
Αριθμός 12/2015 
 
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
 
ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 
 
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομελείας: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Βιολέττα Κυτέα, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου και Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρους του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Δημήτριο Κράνη, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ασπασία Καρέλλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Σακκά, Χρυσούλα Παρασκευά, Μιχαήλ Αυγουλέα, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Πάνο Πετρόπουλο, Ευγενία Προγάκη - Εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου, Ειρήνη Καλού, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Χρήστο Βρυνιώτη, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα, Σοφία Καρυστηναίου, Δήμητρα Κοκοτίνη και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης). Συνεδρίασε δημόσια στο Μέγαρό του, στις 23 Απριλίου 2015, με την παρουσία της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
 
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατάθεσε προτάσεις.
 
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: δευτεροβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία ".........", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Παραβάντη, ο οποίος κατάθεσε προτάσεις.
 
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Οκτωβρίου 2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 762/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 424/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 30 Αυγούστου 2012 αίτησή του.
 
Εκδόθηκε η 930/2014 απόφαση του Α`1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο της από 30/8/2012 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ` αριθ. 424/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Με την από 15 Ιουλίου 2014 κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος η προκείμενη υπόθεση προσδιορίστηκε για 22/1/2015, οπότε ματαιώθηκε λόγω διενέργειας των Βουλευτικών Εκλογών. Με νέα (από 23/1/2015) κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος η υπόθεση φέρεται στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
 
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
 
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 29/12/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο παραπεμφθείς στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της από 30-8-2012 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ` αριθ. 479/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν, κατά σειρά, το λόγο από τον Πρόεδρο, ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν του αναιρεσείοντος την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. να κριθεί βάσιμος. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
 
Κατά την 16η Ιουνίου 2015, ημέρα που συγκροτήθηκε το δικαστήριο αυτό προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απόντες η Aντιπρόεδρος Βασιλική Θάνου- Χριστοφίλου και οι Αρεοπαγίτες Δημήτριος Κόμης, Ασπασία Καρέλλου, Μιχαήλ Αυγουλέας, Χαράλαμπος Μαχαίρας, Σοφία Καρυστηναίου και Διονυσία Μπιτζούνη, οι οποίοι είχαν δηλώσει κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτών, πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ` άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.
 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 
Με την υπ`αριθμ.930/2014 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι ανακύπτει ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος ως προς το εάν η αναφερομένη στη διάταξη του άρθρου 974 αρ.4 ΚΠολΔ ημέρα πλειστηριασμού, για τον αναδρομικό προσδιορισμό του διαστήματος στο οποίο εμπίπτουν, κάθε φορά, οι καλυπτόμενες από το προνόμιο της διατάξεως αυτής απαιτήσεις, είναι η αρχικά ορισθείσα ή εκείνη κατά την οποία αυτός τελικά διενεργήθηκε. Για το λόγο τούτο παραπέμφθηκε στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β του ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. γ του Ν. 1756/1988, όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 2331/1975 ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της από 30.8.2012 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ` αριθμ. 424/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο ως προς το παραπάνω ζήτημα επικύρωσε την πρωτόδικη υπ` αριθμ. 762/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που είχε κρίνει ότι η επίμαχη ημέρα πλειστηριασμού είναι η αρχικά ορισθείσα και είχε απορρίψει την ανακοπή κατά το μέρος που με αυτήν επιδιωκόταν η κατάταξη των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος με βάση την ημέρα, που ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε.
 
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 975 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 17 του Ν. 2208/1995, στην τέταρτη τάξη των γενικών προνομίων, κατατάσσονται κατά τη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος, οι απαιτήσεις αγροτών ή αγροτικών συνεταιρισμών από την πώληση αγροτικών προϊόντων, αν προέκυψαν κατά τους τελευταίους είκοσι τέσσερεις (24) μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης, δηλαδή αρκεί να γεννήθηκαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, έστω και αν κατέστησαν αργότερα ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, όπως συμβαίνει όταν το τίμημα πιστώθηκε, ενώ αντίθετα δεν καλύπτονται απαιτήσεις που βεβαιώθηκαν δικαστικά μέσα στο ως άνω διάστημα, έχοντας όμως γεννηθεί σε προηγούμενο χρόνο. Η ημέρα έτσι του πλειστηριασμού ορίζεται τόσο με την παραπάνω διάταξη όσο και με τις περισσότερες από τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ ως το σταθερό χρονικό σημείο για τον αναδρομικό προσδιορισμό του διαστήματος στο οποίο εμπίπτουν κάθε φορά οι καλυπτόμενες από το αντίστοιχο προνόμιο απαιτήσεις. Ωστόσο στον νόμο δεν διευκρινίζεται αν για τον αναδρομικό αυτό προσδιορισμό, αποτελεί βάση η ημέρα του πλειστηριασμού που αρχικά ορίστηκε ή η ημέρα που ο πλειστηριασμός πράγματι διενεργήθηκε, αφού είναι ενδεχόμενο ο πλειστηριασμός να ματαιωθεί ή να αναβληθεί κατά την αρχική ημέρα διεξαγωγής του. Με αφετηρία τον κεντρικό σκοπό του νόμου που είναι να ικανοποιούνται προνομιακά απαιτήσεις αυξημένης κοινωνικής σημασίας και από αυτές οι χρονικά εγγύτερες προς τον πλειστηριασμό, ως ημέρα του πλειστηριασμού, για τον αναδρομικό προσδιορισμό του κρισίμου, κάθε φορά, χρονικού διαστήματος, νοείται η ημέρα που αυτός τελικώς διενεργήθηκε και όχι η ημέρα που αρχικά ορίστηκε για την διεξαγωγή του, εκτός εάν ρητά ορίζεται η ημέρα αυτή. Αυτό ισχύει κατά τη διάταξη του άρθρου 975 αρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η διάταξη αυτή έμμεσα τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985, διευρύνθηκε με το άρθρο 6 παρ. 16 του Ν. 2497/1997 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του Ν. 3994/2011, για μέρος των απαιτήσεων της τρίτης τάξης των γενικών προνομίων. Ανάλογη εφαρμογή της ως άνω διάταξης στις λοιπές περιπτώσεις των γενικών προνομίων του ΚΠολΔ δεν είναι δυνατή, αφού πρόκειται για ανόμοιες περιπτώσεις, ενώ και το σύνολο των ρυθμίσεων των γενικών προνομίων αποτελεί εξαιρετικό δίκαιο, που κατ` αρχήν πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Μάλιστα ρητή αναφορά στην ημέρα διεξαγωγής και όχι σ` αυτή του αρχικού προσδιορισμού του πλειστηριασμού, γίνεται με την ερμηνευτική διάταξη που προστέθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 3483/2006, ως τρίτο εδάφιο στην παρ. 1 του αρθρ. 61 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974), σύμφωνα με την οποία ως ημέρα του πλειστηριασμού για την κατάταξη όλων των μέχρι την ημέρα αυτή ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του Δημοσίου στην πέμπτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ, θεωρείται η ημέρα κατά την οποία διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίστηκε αρχικά. Βέβαια, με κρίσιμο χρόνο, για την προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων την ημέρα διεξαγωγής τελικά του πλειστηριασμού, ενδέχεται να επιδιωχθεί σκόπιμα η ματαίωση ή η αναβολή του αρχικού πλειστηριασμού, προκειμένου όλοι οι ορισμένοι από τους δανειστές με προνομιακές απαιτήσεις να απωλέσουν το αντίστοιχο προνόμιο των απαιτήσεών τους. Ο κίνδυνος όμως αυτός αντισταθμίζεται από τον αντίθετο κίνδυνο να αποκλεισθούν από την προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεών τους όσοι κατέστησαν δανειστές κατά το διάστημα μεταξύ της αρχικής και της ημέρες διεξαγωγής του πλειστηριασμού, εάν γίνει δεκτή η άποψη ότι ως ημέρα του πλειστηριασμού ισχύει στην τέταρτη τάξη και στις λοιπές όμοια μ` αυτή ρυθμιζόμενες τάξεις των γενικών προνομίων του ΚΠολΔ, η ημέρα του αρχικού προσδιορισμού του πλειστηριασμού. Έτσι όμως θα έχουν αποκλεισθεί, χωρίς ουσιαστική δικαιολογία, από την προνομιακή κατάταξη δανειστές, οι οποίοι αγνοώντας το προνόμιο προηγούμενων δανειστών, (αφού τα γενικά προνόμια είναι αφανή) συνεμβλήθηκαν με τον οφειλέτη, υπολογίζοντας στην προνομιακή κατάταξη των δικών τους απαιτήσεων. Ούτε βέβαια μπορεί να υποστηριχθεί ότι θα ικανοποιηθούν προνομιακά όλοι οι δανειστές του καθού η εκτέλεση με αφετηρία την αρχικά ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού και μέχρι τη διεξαγωγή του, αφού μια τέτοια άποψη, η οποία χωρίς νόμιμο λόγο διευρύνει υπέρμετρα το εύρος των γενικών προνομίων, μπορεί ίσως να υποστηριχθεί μόνο για τα προνόμια της τρίτης τάξης, για τα οποία όμως ρητά ορίζεται ως κρίσιμη η ημέρα του πρώτου πλειστηριασμού.
 
Εξάλλου θέμα προνομίων εμφανίζεται κατά τον χρόνο της διανομής του πλειστηριάσματος, ενώ μέχρι τότε το προνόμιο αδρανεί και η απαίτηση, ιδιότητα της οποίας τούτο αποτελεί, απλή προσδοκία ικανοποιήσεώς της, έχει πράγματι η ενοικούσα στην απαίτηση ιδιότητα του προνομίου δεν δημιουργεί έννομη συνέπεια, παρά μόνο κατά τη σύγκρουσή της με άλλες απαιτήσεις, δηλαδή κατά το χρόνο της κατατάξεως, προς τον οποίο πλησιάζει ο χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού. Αλλωστε και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς ότι ο νομοθέτης απέβλεψε στο χρόνο της διενέργειας του πλειστηριασμού, του οποίου διανέμεται το πλειστηρίασμα, με αφετηρία όμως την σκέψη ότι "αν ελαμβάνετο η ημέρα της κατασχέσεως δεν θα υπήρχε σταθερόν σημείον ως εκ του συνήθως μεσολαβούντος ικανού χρονικού διαστήματος, από της κατασχέσεως και μέχρι του πλειστηριασμού".
 
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με επίσπευση της Τράπεζας ".............." εκπλειστηριάστηκε, την 18.5.2005, ενώπιον του συμβολαιογράφου Ναυπλίου ....... το ακίνητο της καθής η εκτέλεση εταιρείας με την επωνυμία ".......................", που είχε κατασχεθεί με την υπ` αριθμ. ../2002 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Ναυπλίου ... και επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα 125.000 ευρώ, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ. .../18.5.2005 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του ως άνω συμβολαιογράφου. Ο πλειστηριασμός είχε αρχικά ορισθεί, με την υπ` αριθμ. ./2003 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή για τις 19.2.2003, οπότε όμως ανεστάλη, μετά δε από αλλεπάλληλες συναινετικές αναστολές και ματαιώσεις με την υπ` αριθμόν 636/2005. Η επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή, ορίστηκε για την 18.5.2005, ότε και πράγματι διενεργήθηκε. Στη διαδικασία του πλειστηριασμού αναγγέλθηκαν, μεταξύ άλλων, το ανακόπτον για ληξιπρόθεσμες μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού απαιτήσεις κατά της καθής η εκτέλεση, ποσού 1.007.224,17 ευρώ και η καθής η ανακοπή, δευτεροβάθμιας αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, για απαιτήσεις της κατά της καθής η εκτέλεση, ποσού 39.283,63 ευρώ από διαδοχικές πωλήσεις και παραδόσεις εσπεριδοειδών, που καταρτίστηκαν στο διάστημα από 30.11.2002 έως και 31.1.2003 και των οποίων το τίμημα πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να πληρωθεί για το ποσό των 25.025,63 ευρώ την 1.7.2003, για το ποσό των 5000 ευρώ την 5.11.2004, για το ποσό των 4764 ευρώ την 10.12.2004 και για το ποσό των 4500 ευρώ την 27.12.2004. Επακολούθησε η σύνταξη του υπ` αριθμόν ./7.9.2005 πίνακα κατάταξης δανειστών του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, με τον οποίο στο 1/3 του πλειστηριάσματος που απέμεινε μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, δηλαδή στο ποσό των 33.428,60 ευρώ (125.000 - 24714,19 = 100.285,81 Χ 1/3) κατετάγη προνομιακά και τυχαία η καθώς η ανακοπή δευτεροβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση για τις αναγγελθείσες πιο πάνω απαιτήσεις εκ 39.283,63 ευρώ, ενώ, αντιθέτως, το ανακόπτον, το προνόμιο του οποίου έπεται εκείνου της καθής η ανακοπή, δεν κατετάγη ελλείψει υπολοίπου. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ..., εφόσον τα παραγωγικά των απαιτήσεων της καθής η ανακοπή γεγονότα έλαβαν χώρα στο διάστημα από 30.11.2002 έως και 31.1.2003 και ο πλειστηριασμός ορίστηκε να γίνει το πρώτον την 19.2.2003, οι απαιτήσεις αυτές καλύπτονται από το προνόμιο του άρθρου 975 αρ.4 του ΚΠολΔ, διότι γεννήθηκαν μέσα στο διάστημα των είκοσι τεσσάρων μηνών πριν από την ημέρα που είχε οριστεί το πρώτον για την διενέργεια του πλειστηριασμού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι έγιναν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές σε χρόνο μεταγενέστερο του διαστήματος αυτού, και άρα συννόμως κατετάγησαν προνομιακά και τυχαία στο 1/3 του εκπλειστηριάσματος που απέμεινε μετά την αφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης, κατ`αποκλεισμό των απαιτήσεων του ανακόπτοντος, του οποίου το προνόμιο έπεται κατά σειράν του δικού τους". Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε, κατά το εκκληθέν κεφάλαιό της, την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος.
 
Επειδή κατά τη γνώμη, η οποία πλειοψήφησε στο Δικαστήριο και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 974 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, καθόσον ημέρα του πλειστηριασμού για τον αναδρομικό προσδιορισμό του διαστήματος, στο οποίο πρέπει να εμπίπτουν οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης, για να καλύπτονται από το αντίστοιχο προνόμιο, θεωρείται όχι η ημέρα που αρχικά ορίστηκε για τον πλειστηριασμό, αλλά η ημέρα που αυτός όντως διενεργήθηκε, οπότε όμως, με αφετηρία την ημέρα αυτή, που είναι η 18-5-2005, οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης δεν εμπίπτουν στην αμέσως προηγούμενη διετία, δηλαδή στο διάστημα από 18.5.2003 έως 18.5.2005, ώστε να καλύπτονται από το ως άνω προνόμιο και να προηγούνται στη σειρά κατάταξης των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, που ανήκουν στην αμέσως επόμενη τάξη των γενικών προνομίων του ΚΠολΔ.
 
Κατά την μειοψηφούσα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Νικολάου Λεοντή και Σπυρίδωνος Μιτσιάλη, Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Χρυσούλας Παρασκευά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Ασπασίας Μαγιάκου, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισίας Παναγιώτου, Απόστολου Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δημητρίου Τζιούβα, Αρεοπαγιτών, ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως έπρεπε να απορριφθεί, την κρίση τους δε αυτή στηρίζουν στις ακόλουθες νομικές παραδοχές. Ειδικότερα, κατά την αληθή έννοια της φερόμενης με τον ερευνώμενο λόγο αναιρέσεως ως παραβιασθείσης διατάξεως του άρθρου 975 αρ. 4 ΚΠολΔ, ως ημέρα πλειστηριασμού είναι εκείνη κατά την οποία ορίσθηκε αρχικά ο πλειστηριασμός σε αντιδιαστολή προς εκείνη κατά την οποία πραγματοποιήθηκε ο πλειστηριασμός. Σε αντίθετη περίπτωση ο διαδοχικός καθορισμός νέου χρόνου για την διενέργεια του πλειστηριασμού λόγω ματαιώσεως ή αναστολής του προηγουμένως ορισθέντος, μπορεί να οδηγήσει σε εξοβελισμό του προνομίου, χωρίς υπαιτιότητα του δικαιούχου, όπως στην εξεταζόμενη υπόθεση, ως και στην δημιουργία εικονικών απαιτήσεων κατά του καθού η εκτέλεση οφειλέτη.
 
Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου αυτού πρέπει να ληφθεί επιπροσθέτως υπόψη ότι στην περίπτωση κατά την οποία επακολούθησε δήλωση επισπεύσεως του πλειστηριασμού κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 ΚΠολΔ από άλλο δανειστή η επισπευδόμενη εκτέλεση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης. Τον κίνδυνο αυτό προφανώς είχε υπόψη του ο νομοθέτης, προς αποτροπή του οποίου με την επελθούσα με το άρθρο 56 εδ.1 του ν. 3994/2011 τροποποίηση της διατάξεως του άρθρου 975 αρ. 3 εδ. 1 ΚΠολΔ όρισε ότι οι απαιτήσεις της εν λόγω διατάξεως κατατάσσονται προνομιακά εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού. Περιορίσθηκε στην νομοθετική αυτή ρύθμιση μόνο αναφορικά με τις εν λόγω απαιτήσεις, έχοντας υπόψη του ότι ο κίνδυνος αυτός εμφανιζόταν συχνά στην ρυθμιζόμενη δι` αυτής περίπτωση και με την έννοια αυτή δεν μπορεί να αναχθεί εκ τούτου εξ αντιδιαστολής επιχείρημα αντιθέτως η ταυτότητα του νομικού λόγου δικαιολογεί τον καθιερούμενο κανόνα του αναδρομικού υπολογισμού της διετίας από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού και επί των απαιτήσεων της διατάξεως του άρθρου 975 αρ. 4 ΚΠολΔ. Επιπρόσθετα, με το άρθρο 13 του ν. 3483/2006 προστέθηκε τρίτο εδάφιο στο άρθρο 61 παρ.1 του ν.δ. 356/1974 κατά τους ορισμούς του οποίου ως ημέρα του πλειστηριασμού θεωρείται η ημέρα κατά την οποία διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίσθηκε αρχικά, νομοθετική ρύθμιση η οποία προφανώς, δεν θα ήταν αναγκαία αν ήταν ταυτόσημη η έννοια της διατάξεως του άρθρου 975 αρ.4 ΚΠολΔ. Τέλος εκτιμάται η ερμηνευτική προσέγγιση της εν λόγω διατάξεως από τη μειοψηφούσα γνώμη εξυπηρετεί την ανάγκη ασφάλειας των συναλλαγών.
 
Επειδή σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ παραπεμφθείς ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας πρώτος λόγος της αναιρέσεως και αφού αναιρεθεί η προσβαλλομένη στην έκταση που καθορίζεται από τον γενόμενο δεκτό ως άνω λόγο, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως είναι εφικτή (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (αρθρ.183 και 176 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1997, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ` αριθμ. 134423/1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
 
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 424/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
 
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Ναυπλίου), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
 
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
 
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2015.
 
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2015.
 
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 
Ρ.Κ.
 
 
back to top